γωνία

γωνία, ,
A corner, angle, Hdt.1.51, Pl.Men.84d, etc.; γ. ἐπίπεδος, στερεά, plane, solid angle, Euc.1 Def.8,11Def.11; αἱ πρὸς τῇ βάσει γ. the angles at the base, Id.1.5; ἡ ὑπὸ ΒΑΓ or ὑπὸ τῶν ΒΑΓ γ. the angle ΒΑΓ, Id.1.9,al.
2 metaph., corner, secluded spot,

ἐν γωνίᾳ ψιθυρίζειν Pl.Grg.485d

;

ἐν γ. πεπραγμένον Act.Ap.26.26

.
3 of the four quarters of the compass, Ptol.Tetr.29.
4 joint, Arist.PA 690a13.
II joiner's square, Pl.Phlb.51c, Plu.Marc.19.
III cutwater of a bridge, D.S.2.8.
IV of persons, leader, chief, LXX 1 Ki.14.38. (Akin to γόνυ.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γωνία — γωνίᾱ , γωνία corner fem nom/voc/acc dual γωνίᾱ , γωνία corner fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γωνιά — η 1. το τζάκι: Ψήσαμε κάστανα στη γωνιά. 2. απόμερο σημείο: Στάθηκα σε μια γωνιά και χάζευα τον κόσμο. 3. η σκληρή άκρη ψωμιού ή γλυκίσματος: Μου αρέσει η γωνιά της πίτας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γωνίᾳ — γωνίαι , γωνία corner fem nom/voc pl γωνίᾱͅ , γωνία corner fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γωνιά — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 220 μ., 384 κάτ.) του νομού Ρεθύμνης. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της πόλης του Ρεθύμνου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Νικηφόρου Φωκά. * * * η βλ. γωνία …   Dictionary of Greek

  • γωνία — η 1. γεωμετρικό σχήμα που αποτελείται από δύο ημιευθείες ή δύο επίπεδα που έχουν την ίδια κορυφή: Το τρίγωνο έχει τρεις γωνίες. 2. το σημείο όπου διασταυρώνονται δύο δρόμοι: Θα σε περιμένω στη γωνία. 3. εργαλείο σε σχήμα ορθής γωνίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γωνία — [гониа] ουσ. Θ. угол, очаг …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γωνιᾷ — γωνιάζω place at an angle fut ind mid 2nd sg (epic) γωνιάζω place at an angle fut ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίεδρη γωνία — Όρος της γεωμετρίας. Αν θεωρήσουμε δύο ημιεπίπεδα με κοινή την αρχική τους ευθεία, τότε: 1. Αν τα ημιεπίπεδα δεν συμπίπτουν, ο χώρος χωρίζεται από αυτά σε δύο μέρη· καθένα από τα δύο αυτά μέρη του χώρου ονομάζεται δ.γ. (βλ. σχήματα 1 και 2). 2.… …   Dictionary of Greek

  • συνεπαφής γωνία — Αν θεωρήσουμε ένα υγρό μέσα σε ένα δοχείο θα παρατηρήσουμε ότι, κοντά στα ελεύθερα τοιχώματα, η υγρή επιφάνεια παίρνει κοίλη μορφή (π.χ. στην περίπτωση νερού σε δοχείο γυάλινο) ή με κυρτή (π.χ. υδράργυρος σε δοχείο γυάλινο). Η γωνία που… …   Dictionary of Greek

  • συμπληρωματική, γωνία — Μια γωνία λέγεται συμπληρωματική άλλης, αν (και μόνο) το άθροισμά τους είναι μια ορθή γωνία …   Dictionary of Greek

  • αμβλεία γωνία — Κάθε γωνία που είναι μεγαλύτερη από μία ορθή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.